(OnlinEpikairotita) — Η περίοδος που ακολούθησε την κατάρρευση των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά και το παρατεταμένο αδιέξοδο αναζωπύρωσαν τις συζητήσεις γύρω από το σενάριο της λύσης δύο κρατών στην Κύπρο.

Την πρόταση αυτή ασπάζεται μερίδα πολιτικών, ακαδημαϊκών και τεχνοκρατών στην Ελλάδα, η οποία καλοβλέπει, όχι τώρα αλλά εδώ και δεκαετίες, μια συμφωνία για δύο ανεξάρτητα κράτη ως προτιμητέα επιλογή, παρά την επίτευξη μιας συμφωνίας που θα εδράζεται στο πλαίσιο της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ) με πολιτική ισότητα, όπως καθορίζεται από τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών.

Το παρόν κείμενο έχει στόχο να καταγράψει κυρίως τις γενεσιουργές αιτίες μιας τέτοιας προσέγγισης χωρίς να υπεισέρχεται στην αντιπαραβολή επιχειρημάτων.

Με βάση το σκεπτικό αυτό, δηλαδή τη δημιουργία δύο ξεχωριστών ανεξάρτητων κρατών, η Ελλάδα αποκτά στρατηγικά ερείσματα στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, γεγονός που δύναται να αναβαθμίσει το γεωπολιτικό της βάρος και τη σημασία της εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) αλλά και διεθνώς.

Διαμέσου του ελληνοκυπριακού κρατιδίου, η Ελλάδα αποκτά περισσότερη εγγύτητα με τον ευαίσθητο για τις ενεργειακές πηγές χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.

Επιπρόσθετα, θα μπορεί να επωφεληθεί σε μεγαλύτερο βαθμό τα οφέλη του κομβικού γεωστρατηγικού ρόλου της Κύπρου, τόσο όσον αφορά τον ανταγωνισμό της με την Τουρκία, όσο και ως προκεχωρημένου φυλακίου για την ΕΕ και τη Δύση στην περιοχή.

Συνεπώς, η λύση δύο κρατών επιτρέπει την επέκταση της Ελλάδας στο «μαλακό υπογάστριο» της Τουρκίας και της δίνει τη δυνατότητα περικύκλωσης της μέσω εγκατάστασης στο νησί ισχυρότερων (από τις ήδη υπάρχουσες) ελλαδικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Για αυτόν τον λόγο, μια λύση βασισμένη στα δύο κράτη, η οποία θα περιλαμβάνει και κάποιες μικρές εδαφικές αναπροσαρμογές, θεωρείται μια «καθαρή λύση» και το τελικό στάδιο του εθνικού ξακαθαρίσματος των δύο μεγαλύτερων κοινοτήτων της Κύπρου. Από αυτήν την οπτική, η Ελλάδα ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες νέων εντάσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Με αυτόν τον τρόπο οι συγκεκριμένοι κύκλοι πιστεύουν ότι εξουδετερώνεται και ένα νέο πρόσχημα για επέμβαση, με επιχείρημα την προστασία των Τ/Κ και έτσι μειώνεται ουσιαστικά ο κίνδυνος μελλοντικής ελληνοτουρκικής σύγκρουσης στην Κύπρο.

Παράλληλα, θεωρούν ότι με αυτόν τον τρόπο λύνεται και το φλέγον θέμα των εγγυήσεων, με την Τουρκία να περιορίζεται στην εγγύηση και την ασφάλεια του τουρκοκυπριακού κράτους.

Επιπρόσθετα, μια μελλοντική ένταξη του ελληνοκυπριακού κράτους στο ΝΑΤΟ βάζει φρένο και στις γεωπολιτικές επιδιώξεις και παρεμβάσεις τρίτων χωρών, όπως η Ρωσία που θεωρείται αυτήν την περίοδο από το ελληνικό ΥΠΕΞ «σύντροφος εν όπλοις της Τουρκίας».

Η ένταξη των Ε/Κ στο ΝΑΤΟ προφανώς και δεν προσφέρει πλήρη αμυντική κάλυψη σε σχέση με τον παράγοντα Τουρκία, δεδομένης και της εμπειρίας από την ουδέτερη στάση της συμμαχίας στα ζητήματα τριβής ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.

Ωστόσο, θα αναγκάζει τη συμμαχία στη διατήρηση της ισορροπίας στην Κύπρο λόγω της αυξημένης ρωσικής δραστηριότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, της ενίσχυσης της επιρροής της στην περιοχή, αλλά και λόγω της διαχρονικής ανάγκης για συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Διευθέτηση του Κυπριακού μέσω ΔΔΟ αναπόφευκτα συνεπάγεται και αποδοχή από τους Ε/Κ της εκ περιτροπής προεδρίας με σταθμισμένη ψήφο, αλλά και αποτελεσματική συμμετοχή των Τ/Κ, εάν όχι σε όλα, στα περισσότερα ομοσπονδιακά όργανα λήψης αποφάσεων.

Πρόκειται για τη γνώριμη πεποίθηση ότι το υφιστάμενο μοντέλο λύσης αποτελεί προβληματική διευθέτηση που δίνει τη δυνατότητα στην Τουρκία να έχει λόγο και ρόλο σε ολόκληρη την Κύπρο. Αντιθέτως, μια διευθέτηση στη βάση δύο κρατών θεωρείται ότι περιορίζει την επιρροή της Τουρκίας στο τ/κ κράτος και αποτρέπει τον κίνδυνο πλήρους ελέγχου της Κύπρου.

Ο ρόλος του «εθνικού κέντρου» δεν εξέλιπε εντελώς, παρά την αρχή του «η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα συμπαρίσταται». Πρακτικά αυτό μεταφράζεται στην πεποίθηση ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να περιορίζει την παρέμβαση της στην εξωτερική πτυχή του Κυπριακού, δηλαδή στην ασφάλεια και τις εγγυήσεις, αλλά να «εμβολιάζει» με δικές τις προσεγγίσεις ένα ευρύ φάσμα κεφαλαίων στο Κυπριακό.

Από αυτήν την οπτική, η Αθήνα πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο, αλλά και να συναινεί με το πλαίσιο και τις συγκλίσεις μιας εν δυνάμει συμφωνίας στο Κυπριακό.

Επομένως, οι εν Ελλάδι υποστηρικτές των δύο κρατών θεωρούν ότι μέσω της διχοτόμησης αποτρέπεται μια ετεροβαρής διευθέτηση, που θα έχει έμμεσες ή άμεσες συνέπειες στο Αιγαίο και στη Θράκη, ενώ ταυτόχρονα αμβλύνει τις τουρκικές διπλωματικές πιέσεις προς την Αθήνα για μια συμφωνία-πακέτο σε όλα τα ελληνοτουρκικά θέματα, στη λογική του παζαρέματος και των ανταλλαγμάτων.

Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι η Ελλάδα επιθυμεί να κερδίσει χρόνο με την Τουρκία εφαρμόζοντας μια τακτική προσέγγιση του «wait & see», με την προοπτική και την ελπίδα της ισχυροποίησης της διαπραγματευτικής της θέσης.

Καθώς το Κυπριακό εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη φάση, η οποία δεν περιορίζεται στη μορφή λύσης, είναι φρόνιμο να γίνει κατανοητό ότι οι εθνικοί δεσμοί με την Ελλάδα δεν σημαίνουν απαραίτητα και σύζευξη των επιμέρους συμφερόντων τους.

Άλλωστε μια προσεκτική ανάλυση των σχέσεων Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν, τόσο σε συνάρτηση με την Ελλάδα και την Κύπρο, όσο και με τις χώρες της ευρύτερης περιοχής, μπορεί να οδηγήσει στην εξαγωγή ουσιαστικών χρήσιμων συμπερασμάτων.

Σημείωση: Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτα στην εφημερίδα «Πολίτης» και αναδημοσιεύεται με την συγκατάθεση του ιδίου του συντάκτη. 

Copyright © 2019 OnlinEpikairotita.com