Ελλάδα

«Στη Θεσσαλονίκη το lockdown δε μπορεί να περιορίσει τη διασπορά»

Μαρτυρία από μία γιατρό της πρώτης γραμμής στη Θεσσαλονίκη για τις «αλχημείες» των τελευταίων ημερών. Οι συνθήκες νοσηλείας των ασθενών, η κατάσταση που βιώνει το νοσηλευτικό προσωπικό και τα αιτήματά γιατρών προς την κυβέρνηση.

Μία γιατρός της πρώτης γραμμής ή της σκληρής πραγματικότητας, που περιθάλπει ασθενείς με κορωνοϊό στη Θεσσαλονίκη, έδωσε μία συγκλονιστική συνέντευξη την Παρασκευή σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί σε ένα από τα δημόσια νοσοκομεία της πόλης, το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, μαρτυρώντας τις «αλχημείες» των τελευταίων ημερών και εξηγώντας τα αιτήματα γιατρών προς την ελληνική κυβέρνηση, εκπέμποντας παράλληλα SOS ώστε να σωθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι.

Η Δρ. Χριστίνα Κυδώνα είναι Παθολόγος – Εντατικολόγος και βρίσκεται στην πρώτη γραμμή για την αντιμετώπιση της πανδημίας από το πρώτο κύμα. Αρχικά στο κέντρο αναφοράς του ΑΧΕΠΑ, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, και τις τελευταίες δεκαοκτώ μέρες στην κλινική Covid του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης. Μιλώντας σε διαδικτυακή εκδήλωση της δημοτικής παράταξης «Πόλη Ανάποδα» που έγινε σε συνδιοργάνωση με την καμπάνια «Covid-19: Κανένας Μόνος/Καμία Μόνη», ανέφερε ότι τα νούμερα δεν αποτυπώνουν την αλήθεια για το τι συμβαίνει.

«Όταν η κλινική ξεκίνησε το πρόγραμμα της το Νοέμβρη είχε σχεδιάσει να καλύψει το πολύ 50 αρρώστους και σήμερα το προσωπικό της καλείται να καλύψει 300. Δε θέλω να μιλήσω για την κούραση, την εξάντληση, την κυλιόμενη αρρώστια στο προσωπικό, όπως και τα κύματα του φόβου που επικρατεί στο νοσοκομείο, αυτά τα θεωρώ αυτονόητα. Εγώ θέλω να επικεντρωθώ στις τρομερές συνθήκες μη ασφαλούς εφημέρευσης και νοσηλείας των ασθενών μας στο Ιπποκράτειο: Οι πτέρυγες είναι κατά μέσο όρο των 50 ατόμων. Το μπλε κτίριο διαθέτει πέντε πτέρυγες μέσα σε τρεις ορόφους και το περισσότερο που μπορούμε να στελεχώσουμε είναι με 1 ειδικό παθολόγο και με 1 ειδικευόμενο παθολόγο για κάθε 50 περιστατικά.», είπε η Δρ. Χριστίνα Κυδώνα.

Εξήγησε ότι πλέον οι εισαγωγές αφορούν σοβαρά περιστατικά, καθώς τα μέτρια δεν τα δέχονται, ενώ δίνουν εξιτήριο πρόωρα για να αδειάσουν κρεβάτια με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την εξάπλωση της πανδημίας. «Ενώ τον Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη εισάγαμε αρκετούς ανθρώπους για παρακολούθηση, τον Νοέμβρη αυτό το σταματήσαμε και βάζουμε πλέον πάνω της μέτριας βαρύτητας περιστατικά γιατί αν δεν το κάναμε τα κρεβάτια θα φτάνανε μέχρι την παραλία. Πλέον κάνουμε πιο επιθετικά εξιτήρια, δηλαδή δεν περιμένουμε την πλήρη αποδρομή της νόσου αλλά με το που νιώσουμε ασφαλείς ότι μπορεί να πάει σπίτι με οξυγόνο, τότε τον βγάζουμε. Αυτό το κάνουμε για να έχουμε στοιχειωδώς κάποιες ελεύθερες κλίνες γιατί κάθε 4 μέρες το Ιπποκράτειο πρέπει να ξανανοίξει τις πύλες του.»

Συνέχισε, λέγοντας ότι «ένας ειδικός και ένας ειδικευόμενος στην πτέρυγα των 50 ασθενών, δουλεύουν 26 ώρες ντυμένοι με στολή χωρίς ανάπαυση σε περιστατικά που τουλάχιστον το 30% είναι βαρύτατα και που πλέον μέσα στις πτέρυγες εφαρμόζουμε μη επεμβατικό μηχανικό αερισμό, με ειδικά απαπνευστηράκια που είχαμε φροντίσει να εξασφαλίσουμε για να κρατάμε τους αρρώστους μη διασωληνωμένους όσο το δυνατόν περισσότερο, για να αποφύγουμε τις εισαγωγές στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας καθώς δεν υπάρχουν κρεβάτια διαθέσιμα. Πλέον στις πτέρυγες Covid ένα ποσοστό των περιστατικών κανονικά και με βάση το νόμο δε θα έπρεπε να νοσηλεύεται εκεί, αλλά στις Μονάδες Αυξημένης Φροντίδας (ΜΑΦ) με πολύ περισσότερο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και μόνιτορ.»

Ανέφερε ακόμα ότι πλέον δεν υπάρχουν παθολόγοι για περαιτέρω ενίσχυση και έτσι καλούν οφθαλμίατρους, ωτορινολαρυγγολόγους, χειρουργούς, γυναικολόγους και άλλους, οι οποίοι συμβάλλουν ως βοηθητικά χέρια για αιμοληψίες και εξέταση ζωτικών οργάνων κτλ, καθώς είναι αδύνατο να εκπαιδευτούν σε μία μέρα. «Όλο αυτό κάνει τις συνθήκες νοσηλείας φοβερά επισφαλείς για τους αρρώστους. Γνωρίζω τι κριτική είχαμε κάνει μέχρι να φτάσουμε εδώ, και τι θα πούμε όταν περάσει αυτό. Δυστυχώς, όμως, τώρα είμαστε μέσα στη μεγάλη φωτιά και πρέπει να προτείνουμε λύσεις που να σώσουν τον κόσμο άμεσα.», σημείωσε.

Τα αιτήματα των γιατρών

Η Δρ. Χριστίνα Κυδώνα αναφέρθηκε στα αιτήματά των γιατρών, εξηγώντας ότι σε αυτή τη φάση το lockdown δε μπορεί να περιορίσει τη διασπορά στη Θεσσαλονίκη διότι εξαιτίας της έλλειψης κρεβατιών δίνονται εξιτήρια σε ανθρώπους που παραμένουν θετικοί. Αυτό σημαίνει ότι εάν δεν έχουν τη δυνατότητα να μείνουν στο σπίτι μόνοι τους, θα μεταδώσουν τον ιό στην οικογένεια τους, που ίσως αποτελείται από ανθρώπους που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες και έτσι η διασπορά ανακυκλώνεται στην πόλη.

«Ζητήσαμε ξενοδοχειακές μονάδες για να μείνουν μια εβδομάδα, να τους παρέχεται τροφή, γραμματειακή υποστήριξη και καθαριότητα και να τους δίνονται τα φάρμακα που χρειάζονται, κάτι που είναι εφικτό να γίνει από τις Αρχές της πόλης. Δεν έγινε. Ζητήσαμε την επίταξη κάποιου χώρου για να δημιουργηθεί μια μονάδα όπου θα πηγαίνουν ηλικιωμένοι που πήραν εξιτήριο αλλά χρειάζονται φροντίδα. Ούτε αυτό έγινε. Ζητήσαμε την εμπλοκή του στρατού γιατί θεωρούμε ότι το υγειονομικό του θα μπορούσε να ενισχύσει το ΕΚΑΒ, να ενισχύσει ακόμη τις διακομιδές ή κάποια δικά μας κομμάτια επειγόντων. Ούτε αυτό έγινε. Και τέλος, την τελευταία εβδομάδα που τα πράγματα βοούν, ζητήσαμε την επίταξη των ιδιωτικών νοσηλευτρίων της Θεσσαλονίκης και βέβαια ήδη από προχθές ζητάμε επίμονα την επίταξη των κλινών ΜΕΘ των ιδιωτικών κλινικών γιατί δεν υπάρχει απολύτως τίποτα ελεύθερο.»

Σχετικά με τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, εξήγησε ότι «ο ρυθμός διασωληνώσεων στο Ιπποκράτειο είναι 3 με 5 την μέρα και δεν υπάρχει κρεβάτι πουθενά στη Βόρεια Ελλάδα, έχοντας ήδη χρησιμοποιήσει αναπνευστήρες παρακλίνιους πέρα από κάθε όριο ασφαλείας.»

Τόνισε ότι οι προτάσεις των γιατρών είναι πολύ σαφείς και εστιάζουν σε άμεσες λύσεις, τουλάχιστον για τη Βόρεια Ελλάδα, και θα πρέπει να εκπέμψει SOS, ώστε να σωθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι.

Θα αναγκαστούμε να φωνάξουμε τον Εισαγγελέα

Περαιτέρω, η Δρ. Χριστίνα Κυδώνα ανέφερε ότι το ιατρικό προσωπικό δεν νιώθει κούραση, αλλά ίσως αρχίσει να φωνάζουν τον Εισαγγελέα γιατί δεν έχουν καμία λύση στις επόμενες διασωληνώσεις. «Εμείς οι ίδιοι μπορεί να αναγκαστούμε να φωνάξουμε τον εισαγγελέα γιατί δεν μας δίνεται καμία διέξοδος.»

Περιγράφοντας την κατάσταση που βιώνει το νοσηλευτικό προσωπικό, ανέφερε ότι στην απογευματινή βάρδια της Παρασκευής εργάζονταν 3 νοσηλεύτριες για 45-50 ασθενείς, στους οποίους έπρεπε «να κάνουν νοσηλεία, να καθαρίσουν όποιον λερώνεται, να ξαναβάλουν φλέβα σε όποιον την βγάζει, να ξαναβάλουν το οξυγόνο σε όποιον είναι διεγερτικός και τα πετάει, πράγμα που συμβαίνει, μπορώ να σας πω και στο 20% των περιπτώσεων».

Επιπλέον, όπως η ίδια ανέφερε, «πρέπει να πάρουν το φαΐ, να το μοιράσουν στους αρρώστους, να τους ταΐσουν και να τους δώσουν και νερό. Όπως καταλαβαίνετε, επιπλέον και πέραν όλων αυτών, να συνεισφέρουν και στην ανάνηψη ή τη διασωλήνωση ενός κρίσιμου ασθενούς. Όπως καταλαβαίνετε, πέρα από το ότι τρέχει η νοσηλεύτρια ακατάπαυστα, όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν, άρα κάποια δε γίνονται καθόλου.»

«Και εξηγούμαι: Οι περισσότεροι άρρωστοι δεν τρώνε γιατί πολλοί απ’ αυτούς δεν έχουνε τη δυνατότητα να φάνε μόνοι τους. Και ηλικιωμένοι να μην είναι, υπάρχουνε άνθρωποι των 60 χρόνων που είναι τόσο καταβεβλημένοι από την νόσο, που έχουν δύσπνοια, που δεν μπορούν να σηκωθούν στο κρεβάτι, που δεν μπορούν να πάρουν και να ανοίξουν το τάπερ και να σιτιστούν, δεν έχουν καν τη δύναμη να πάρουν το μπουκάλι από το κομοδίνο. Δε θέλω να γίνω δραματική με την έννοια του σόου, αλλά επιμένω σε αυτές τις λεπτομέρειες γιατί δε φωτίζονται από κανέναν. Δε μιλάμε μόνο δηλαδή για την εξάντληση του προσωπικού, αυτό εγώ το παραβλέπω προς το παρόν, μιλάω για το ότι οι ασθενείς δεν έχουνε τα στοιχειώδη πολλές φορές μέσα στη βάρδια. Κι αυτό γιατί είναι ανθρωπίνως αδύνατο να τα έχουν.»

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Back to top button