Μέχρι πριν λίγα χρόνια, παρακολουθούσα καθημερινά ενημερωτικές τηλεοπτικές εκπομπές. Είχα την εντύπωση ότι ήταν απαραίτητο να γνωρίζω τα επιχειρήματα που επιστρατεύονται από κάθε πλευρά για να μπορώ να διαμορφώσω πολιτική άποψη.

Σταδιακά, σταμάτησα να παρακολουθώ οτιδήποτε και η τηλεόραση μένει μόνιμα κλειστή, ανοίγει μόνο για ποδοσφαιρικούς αγώνες. Τον τελευταίο καιρό, διαπιστώνω μια παρόμοια κατάσταση και στα social media.

Η κενολογία του ενδιάμεσου χώρου αναπαράγεται με ταχύτατο ρυθμό και, σαν να μην έφτανε αυτό, η «ελίτ» του Διαδικτύου την αντιμετωπίζει με σοβαρότητα, προσφέροντας αναλύσεις σε βάθος για την εκάστοτε ανοησία.

Παρόλο που τα social media είναι ένα σπουδαίο μέσο αιχμής για τον δημόσιο διάλογο, αισθάνομαι πάλι την ίδια κόπωση με εκείνη που είχα πριν από λίγα χρόνια με την τηλεόραση. Είναι εξαιρετικά απογοητευτικό να διαβάζεις κείμενα και αναρτήσεις σοβαρών ανθρώπων που απλώς καθρεφτίζουν τον κάλπικο λόγο και τη φτήνια των λέξεων της κεντροακροδεξιάς. Τι έχει συμβεί;

Η υποχώρηση του λόγου και η παράλληλη επικράτηση του λαϊκισμού έχουν πολλαπλές συνέπειες. Θα πρέπει μάλιστα να διαχωρίσουμε την ανεπάρκεια των στελεχών του «ενδιάμεσου», στο πεδίο του «κυβερνάν», από την επιλογή τους να χρησιμοποιήσουν τον εθνικολαϊκισμό ως κυρίαρχη ρητορική και «πολιτική» στάση.

Ο λαϊκισμός έχει διαχυθεί και στο τελευταίο κοινωνικό κύτταρο, συμπαρασύροντας στην εξίσωση προς τα κάτω το «έξυπνο» και το «ανόητο», το «σωστό» και το «λάθος», το «νόμιμο» και το «παράνομο».

Ο λαϊκισμός βέβαια δεν εμφανίστηκε το 2017. Πάντα υπήρχε ως κυρίαρχη τάση. Μόνο που οι προηγούμενοι περίπου έλεγαν, «Ξέρουμε ποιο είναι το σωστό, αλλά θέλουμε την καρέκλα για να το κάνουμε εμείς». Ο θίασος των «ενδιάμεσων» μας λέει, «Σωστό είναι ότι με συμφέρει».

Δεν πρόκειται δηλαδή για μερική στρέβλωση, αλλά για την απώλεια του νοήματος και της πολιτικής, καθώς το «πολιτικό» ταυτίζεται με το «ορθολογικό». Αν οι λέξεις δεν έχουν πια νόημα, τίποτε δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το γελοίο και το ανήθικο.

Έτσι, σταδιακά οδηγούμαστε στην απώλεια της λεγόμενης «κριτικής σκέψης». Οι λέξεις είναι φορείς του πολιτισμού: νοηματοδοτούν τον κόσμο μέσα και γύρω μας. Αναπαριστούν εσωτερικευμένες έννοιες και νοήματα που έχουμε κατακτήσει με κόπο και κόστος.

Καθώς το φαινόμενο του λαϊκισμού εξελίσσεται, παρατηρούμε ότι καθολικές έννοιες διαστρεβλώνονται σε βαθμό που οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να συμφωνήσουν σε έναν κοινό ορισμό.

Αν πάρουμε για παράδειγμα, τη λέξη «δικαιοσύνη», θα διαπιστώσουμε ότι αποκτά ολοένα και περισσότερο ασταθές νόημα: δεν αλλάζει απλώς ο ορισμός της έννοιας, αλλά και το συναισθηματικό φορτίο που προκαλεί. Αν η λέξη «δικαιοσύνη» έχει επενδυθεί με εμπιστοσύνη, στο άκουσμά της θα αισθανθούμε ανακούφιση, ηρεμία, σιγουριά. Αν όμως η συναισθηματική της επένδυση έχει τρωθεί, νιώθουμε δυσφορία, οργή ή και θλίψη.

Ο έμμεσος τρόπος στρέβλωσης των λέξεων επιτυγχάνεται με βάση τη συμπεριφορά των εκάστοτε «αρχόντων» – αυτοί αποτελούν το role-model. Ο άμεσος, μέσω της διάβρωσης των θεσμών. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό για τον «ενδιάμεσο» να αλώσει τους τελευταίους, ώστε να μπορεί να ονοματίζει το «άσπρο»-«μαύρο», χωρίς καμιά αντίσταση.
Κάποιες φορές μάλιστα σε βαθμό που μοιάζει σαν να μη μιλάμε πια κοινή γλώσσα, αλλά ο καθένας τη δική του. Με αυτόν τον τρόπο, ο «ενδιάμεσος» επιτυγχάνει τόσο τον κοινωνικό κατακερματισμό, όσο και μια βαθιά πολιτισμική οπισθοδρόμηση.

Copyright © 2019 OnlinEpikairotita.com